16 Φεβ 2026

«Σαντζάκια», οι χαρταετοί του Μαραθοκάμπου - Γράφει ο Ευάγγελος Γ. Κιλουκιώτης*

«Σαντζάκια». Έτσι λέγαμε τους χαρταετούς στο Μαραθόκαμπο και στα γύρω χωριά. Η ονομασία όπως μας εξηγούσε ο δάσκαλος μας, ο αείμνηστος Κώστας Τζανετής, προέρχεται απ’ την τούρκικη λέξη Sancak που κυριολεκτικά σημαίνει στρατιωτικό λάβαρο. Στα χρόνια μας τα «σαντζάκια» δεν τα λουέρναμε μόνο την Καθαρή Δευτέρα, όπως τώρα (φέτος, 23 Φεβρουαρίου).

Ήταν παιδικό παιχνίδι που το χαιρόμασταν ολόκληρη την περίοδο της Αποκριάς.

Τ’ απογεύματα και τις αργίες, πού μας έχανες πού μας έβρισκες, όλοι μας στις ταράτσες ή στις αλάνες του χωριού και οι χαρταετοί μας, τα σαντζάκια μας, δεκάδες-εκατοντάδες στον ουρανό.

Δεν πουλούσαν τότε, όπως σήμερα, «σαντζάκια» να μας τ’ αγοράσει ο μπαμπάς.


Ο καθένας μας έφκιαχνε το δικό του αυτοσχέδιο χαρταετό με τα μέσα και τα χαρτζιλίκια που διέθετε.

Το χαρτί ήταν ακριβό, γι’ αυτό ακόμα και εφημερίδες χρησιμοποιούσαμε φτιάχνοντας τους λεγόμενους «εφημερδάδες».

Για κόλα είχαμε το ζυμάρι και για κλωστή όλο και κονομούσαμε λίγες πενταροδεκάρες για ν ’αγοράσουμε κανένα τσικλί κουρελόμιτο ή κλέβαμε νήματα από τον αργαλειό της μάνας μας ή της γιαγιάς μας.

Και επειδή αυτές οι κλωστές ήταν μικρής αντοχής συνήθως τις βάζαμε στριφτά διπλές και τρίδιπλες ακόμα.

Βέβαια αυτοί που η τσέπη τους άντεχε αγόραζαν από τσαγκαράδικο ή από κανένα ψαράδικο πολλές οργιές τσιγόνι που ήταν ένας σπάγκος ιδιαίτερα ανθεκτικός στη δύναμη του αγέρα.


Εγώ κι ένας φίλος και γείτονάς μου ο Νικόλας ήμασταν μαέστροι στην κατασκευή «σαντζακιών» και μάλιστα είχαμε στήσει στη γειτονιά μας, δίπλα στην Άπλυτη, πρόχειρο εργαστήριο ταχύρρυθμης παραγωγής και πώλησης τους.

Συνήθως την περίοδο της Αποκριάς επικρατούν στο χωριό μας οι νότιοι άνεμοι.

Έτσι όταν αμολούσαν «σαντζάκια» απ’ τις νότιες γειτονιές του χωριού μας, από τα Αμπαράκια κι από την Παρλιαριά και τύχαινε οι κλωστές και οι σπάγκοι τους να κοπούν ο νοτιάς μας τα ’φερνε στη Πανωρούα όπου τα περιμέναμε πώς και πώς σαν ξερολούκουμα.


Εκεί το «σαντζάκι» ήταν λάφυρο, σπάνια και πολύ φιλικά επιστρέφονταν στον ιδιοκτήτη του, συνήθως εγκαταλείπονταν, ή εξαγοράζονταν, πολλές φορές έπεφτε και άγριο ξύλο αν οι ενδιάμεσες διαπραγματεύσεις δεν ευοδώνονταν.

Έτσι φτιάχναμε τα παιχνίδια μας τότε και δεν κρεμόμασταν απ’ το φουστάνι της μαμάς κι απ’ το σουρέλο του μπαμπά να μας τ’ αγοράσουν και σε λίγο να τα πετάξουμε ή να τ’ αφήσουμε στην άκρη.

Ευάγγελος Γ. Κιλουκιώτης

Μ’ όλα αυτά αναπτυσσόμασταν πνευματικά και βελτιώναμε την εφευρετικότητα και τη δεξιοτεχνία μας.

Ήταν κάτι δικό μας και προσπαθούσαμε να είναι καλύτερο απ’ τ’ αλλουνού, πιο όμορφο, πιο λειτουργικό.

Ιδιαίτερα αυτό το παιχνίδι με τα «σαντζάκια»  κάθε Αποκριά ήταν πραγματική άσκηση ζωής και ευγενικής άμιλλας, ένα απλό κι αθώο ταξίδι στ’ απέραντα ύψη των ουρανών και των ονείρων μας.

*Συνταξιούχος γεωπόνος της π. Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος

Επιμέλεια: Μανώλης Ν. Κάρλας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΓΡΑΨΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΑ ALERTS ΤΟΥ ΣΑΜΙΑΚΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ

Δώστε μας ένα Email σας για να μαθαίνετε πρώτοι τι συμβαίνει

* indicates required