14 Οκτ 2026

«Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» - Βιβλιοπαρουσίαση στο Ιστορικό Αρχείο Σάμου

«Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία». Θέσεις προβληματισμού και άφθονη τροφή για σκέψη στην βιβλιοπαρουσίαση που πραγματοποιήθηκε στο Αναγνωστήριο του Ιστορικού Αρχείου Σάμου. Το εξαιρετικό, από κάθε άποψη, βιβλίο του Στάθη Γκότση, παρουσιάστηκε το Σάββατο, 10 Οκτωβρίου, στις 7:30 μ.μ., στον φιλόξενο χώρο του Αναγνωστηρίου, στον 1ο όροφο του Ιστορικού Αρχείου, στην πόλη της Σάμου, σε συνδιοργάνωση του Σαμιακού Τμήματος των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.), του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Σάμου και της Ένωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης Σάμου (Ε.Λ.Μ.Ε.). 

Η έκδοση του εν λόγω βιβλίου, αποτελεί ουσιαστική συμβολή στον χώρο της μουσειακής εκπαίδευσης, φωτίζοντας τη σχέση μουσείου, κοινωνίας και παιδαγωγικής πράξης. Μέσα από θεωρητικές προσεγγίσεις αλλά και πολύχρονη εμπειρία εφαρμοσμένων εκπαιδευτικών δράσεων, αναδεικνύεται η δυναμική του μουσείου ως χώρου συμπερίληψης, ενεργητικής μάθησης και κοινωνικής ένταξης.

Την εκδήλωση προλόγισαν με σύντομους χαιρετισμούς, η πρόεδρος της ΕΛΜΕ Σάμου Ελπινίκη (Πένη) Δεμερτζή και η πρόεδρος του Συλλόγου Δασκάλων & Νηπιαγωγών Σάμου Ελισάβετ Πόθα.

Στο πάνελ της βιβλιοπαρουσίασης, από αριστερά: Στάθης Γκότσης, Σοφία Μπουτμπάρα, Αλεξία Φισφή, Φώτης Μαντζώρος και Θέμης Βάκουλης

Για το βιβλίο, στη διάρκεια της εκδήλωσης, μίλησαν οι:

Θέμης Βάκουλης, αρχαιολόγος στο Υπουργείο Πολιτισμού (συμμαθητής και συμφοιτητής στα γυμνασιακά και πανεπιστημιακά χρόνια του συγγραφέα).

Σοφία Μπουτμπάρα, φιλόλογος/ιστορικός, Συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων.

Φώτης Μαντζώρος, εκπαιδευτικός, γραμματέας του Συλλόγου Δασκάλων & Νηπιαγωγών Σάμου.

Αλεξία Φισφή, εκπαιδευτικός αποσπασμένη στα ΓΑΚ-Τμήμα Σάμου.

Ο συγγραφέας του βιβλίου Στάθης Γκότσης.

Άποψη της αίθουσας κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης

 

Ο Στάθης Γκότσης σπούδασε Ιστορία στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ. Υπηρέτησε για πάνω από τριάντα χρόνια στο Υπουργείο Πολιτισμού, αρχικά στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και στη συνέχεια στο Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο, με κύριο τομέα απασχόλησης τη μουσειακή εκπαίδευση. Έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει πληθώρα μουσειακών ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών προγραμμάτων για σχολικές ομάδες όλων των βαθμίδων αλλά και για ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες (ΑμεΑ, μειονοτικές ομάδες, ψυχικά ασθενείς, ηλικιωμένους, φυλακισμένους, πρόσφυγες). Είναι μέλος του κύριου διδακτικού προσωπικού του Ινστιτούτου Επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΙΝΕΠ/ΕΚ∆∆Α). Έχει επιμεληθεί τον τόμο Ρομά – Ιστορικές διαδρομές και σημερινές αναζητήσεις (ΥΠ.ΠΟ. ΒΧΜ 2014).

Στάθης Γκότσης & Σοφία Μπουτμπάρα

Έχει διατελέσει μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Α∆Ε∆Υ και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Υπουργείου Πολιτισμού (ΠΟΕΥΠΠΟ), πρόεδρος και γενικός γραμματέας του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΥΠ.ΠΟ. Αττικής, Στερεάς και Νήσων, καθώς και μέλος του ∆.Σ. του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.

Σήμερα δημοσιεύουμε, μία εκ των εισηγήσεων κατά την παρουσίαση του βιβλίου, αυτή του εκπαιδευτικού, γραμματέα του Συλλόγου Δασκάλων & Νηπιαγωγών Σάμου, Φώτη Μαντζώρου, που όπως και οι υπόλοιπες εισηγήσεις, αποτέλεσαν άφθονη τροφή για σκέψη, όπως σημειώνουμε στον υπότιτλο του άρθρου.

«Όσοι κι όσες είμαστε απόψε εδώ, σωματεία, θεσμοί, εκπαιδευτικοί, γονείς, αρχαιολόγοι, πολίτες, θεωρούμε, ίσως από διαφορετικές αφετηρίες ή οπτικές γωνίες, σημαντικό το θέμα της μουσειακής εκπαίδευσης· με άλλα λόγια το πώς πάει το σχολείο στο μουσείο ή στο μνημείο (ή στο αρχείο), αλλά και το πώς έρχεται το μουσείο ή το μνημείο -αρχαίο, μεσαιωνικό ή νεότερο- στο σχολείο ή και στα τμήματα του πληθυσμού που είναι στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού, ποιος είναι και ποιος μπορεί να είναι ο κοινωνικός και ο μορφωτικός ρόλος της πολιτιστικής κληρονομιάς σε μια εποχή που η διαχείριση της μνήμης εκχωρείται στην αγορά. Και αυτό ακριβώς είναι, εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια το ενδιαφέρον, η δουλειά κι η προσφορά του Στάθη του Γκότση, αυτό έχει καταγραφεί μ’ ένα τρόπο στο βιβλίο του: οι μουσειοπαιδαγωγικές εκπαιδευτικές δράσεις που έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει όλα αυτά τα χρόνια, ο θεωρητικός αναστοχασμός του και η σύνδεση αυτών των δύο με μια σειρά ζητήματα.

Στο κέντρο ο Φώτης Μαντζώρος κατά τη διάρκεια της εισήγησής του έχοντας αριστερά την Αλεξία Φισφή και δεξιά τον Θέμη Βάκουλη 

Με το Στάθη πρωτοσυναντηθήκαμε στα φοιτητικά μας χρόνια, σε κοινές αναζητήσεις για το πώς όχι μόνο θα διεκδικούσαμε καλύτερες συνθήκες σπουδών, αλλά και για το πώς θα παρεμβαίναμε κριτικά στο περιεχόμενο των σπουδών μας. Και σ’ αυτό το ίδιο πνεύμα ξανασυντηθήκαμε αρκετές φορές αυτά τα σαράντα χρόνια.

Ο Στάθης έχει υπηρετήσει με πάθος και έχει προσφέρει πολλά και στην κριτική στάση απέναντι στη γνώση, στην υπόθεση της βιωματικής μάθησης αλλά και στο συνδικαλισμό (από διάφορες θέσεις στο Ενιαίου Σύλλογο Υπαλλήλων ΥΠ.ΠΟ. Αττικής, Στερεάς και Νήσων, στο Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Υπουργείου Πολιτισμού, αλλά και στην ΕΕ της ΑΔΕΔΥ).

Το συνδικάτο των δασκάλων (με την ευρεία έννοια) πρέπει όχι μόνο να διεκδικεί και να απαιτεί καλύτερες συνθήκες και όρους δουλειάς (μισθοί, εγκαταστάσεις, εργασιακές σχέσεις κλπ.) αλλά και να κρατάει ανοιχτή τη συζήτηση και σε πρωτοβάθμιο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο για το περιεχόμενο της δουλειάς μας και να διευκολύνει/ενθαρρύνει τις πρακτικές που συμβάλλουν σε αυτό.

Στο πρώτο σκέλος εντάσσονται και τα αιτήματα για πρόσβαση σε χώρους και μνημεία που τώρα δεν υπάρχει (π.χ. το Γυμνάσιο και οι Θέρμες στην αρχαία πόλη της Σάμου στο Πυθαγόρειο, Μουσείο Ναυπηγικών και Ναυτικών Τεχνών στο Ηραίο κι ένα σωρό άλλα παραδείγματα).

Στο δεύτερο εντάσσεται η σημερινή πρωτοβουλία, αλλά και άλλες.

Το βιβλίο αυτό καθεαυτό είναι εξαιρετικά χρήσιμο και για συναδέλφους εκπαιδευτικούς, αλλά και για γονείς.

Όμως δεν γίνεται μόνο γι’ αυτό η αποψινή εκδήλωση. Το βιβλίο (και η εμπειρία, αλλά και η θεωρητική αναζήτηση που συνοψίζει) συναντιέται με ρεύματα όπως η Κριτική Παιδαγωγική.

Απέναντι λοιπόν στην «τραπεζική αντίληψη» της εκπαίδευσης —όπου ο δάσκαλος ή ο ξεναγός απλώς καταθέτει έτοιμες γνώσεις στα μυαλά των παθητικών δεκτών— και η οποία αναπαράγεται συχνά στις ξεναγήσεις και τις λεζάντες των εκθέσεων αντιπαρατίθεται μια κριτική παιδαγωγική αντίληψη και πράξη που υλοποιεί τη μετάβαση από το «είδαμε» στο «βιώσαμε».

Ήδη αυτή η αλλαγή γίνεται πράξη με μια γκάμα από τρόπους: από πρωτοβουλίες συναδέλφων που μυούν τους μαθητές και τις μαθήτριές τους στην έρευνα (με τον τρόπο και στο επίπεδο που αντιστοιχεί στην ηλικία τους βέβαια) και τους μπολιάζουν με το μικρόβιο του ενεργού προβληματισμού και της αναζήτησης συνδέσεων, σχέσεων, μια πρακτική στάση μέσα κι έξω από την τάξη που πάει πέρα από τον βομβαρδισμό με πληροφορίες και στέκεται απέναντι καισε ένα στείρο διδακτισμό και σε ένα «χυλό» «δράσεων» για το θεαθήναι, μέχρι δίκτυα όπως το Δίκτυο για την παιδαγωγική Φρενέ ή το Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση. Αυτά συναντιούνται με αντιλήψεις και πρακτικές όπως αυτές που εκτίθενται στο βιβλίο και οι συναντήσεις αυτές πρέπει να πυκνώσουν.

Η (θεωρητική και πρακτική) αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα «πώς αλλάζει το μουσείο για να χωράει όλα τα παιδιά (και όχι μόνο)» συνδέεται με τη (θεωρητική και πρακτική) αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα «πώς αλλάζει η τάξη και το σχολείο για να χωράει όλα τα παιδιά» καθώς και το «πώς βοηθάμε τα παιδιά να γίνουν ικανά να κατανοήσουν ενεργητικά το παρελθόν και το παρόν, αλλά και να χτίσουν το μέλλον».

Μπορεί λοιπόν η αποψινή συνάντηση να λειτουργήσει σε αυτήν την κατεύθυνση.

Αν λοιπόν η επιτυχία μιας μουσειακής δράσης δεν μετριέται με τον αριθμό των συμμετεχόντων αλλά με τη δυνατότητά της να μετατοπίσει έστω και λίγο τον τρόπο που ένας άνθρωπος βλέπει τον κόσμο, το «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» αποτελεί μια ανοιχτή πρόσκληση για δράση. Πρόκειται για ένα κάλεσμα προς όλες και όλους που ασχολούμαστε με την τυπική, μη-τυπική ή άτυπη εκπαίδευση αλλά και όλη την κοινότητα να γκρεμίσουμε τα «αόρατα τείχη» και να καταστήσουμε τον πολιτισμό ένα κοινό, προσβάσιμο και ουσιαστικό κτήμα για ολόκληρη την κοινωνία.

Η αποψινή παρουσίαση είναι ακριβώς η ευκαιρία να γίνει ένας διάλογος για το αν θέλουμε και για το πώς μπορούμε να κάνουμε τους μαθητές και τις μαθήτριές μας, αλλά και τους ηλικιωμένους, τους ανάπηρους, τους ψυχικά ασθενείς, τους απεξαρτώμενους, τους πρόσφυγες, τις μειονότητες, όλη την κοινωνία εν τέλει, ερμηνευτικούς μέτοχους της πολιτιστικής κληρονομιάς, με πρόσβαση όχι μόνο στο χώρο, αλλά και στη διαδικασία νοηματοδότησης.

Και να τεθούν και κάποια ακόμη ερωτήματα, όπως:

Είναι τα μουσεία, τα μνημεία και όλα τα υλικά ή άυλα ίχνη του παρελθόντος απλώς εμπορεύματα προς πώληση στην τουριστική αγορά; Ή μήπως έχουν, και πρέπει να έχουν, κυρίως κοινωνικό και μορφωτικό ρόλο; Και πώς το κάνουμε αυτό ως κοινωνία, ως παιδαγωγοί, ως γονείς, ως άλλοι ειδικοί (αρχαιολόγοι, ψυχολόγοι, αρχιτέκτονες κ.ά.) , αλλά και ως κοινότητες;

Κι ένα ακόμα: τα μνημεία και τα μουσεία υπάρχουν μόνο για να υπηρετούν το εκάστοτε εθνικό αφήγημα των κρατών ή ψάχνουμε και αναδεικνύουμε κι αυτά που ενώνουν τους ανθρώπους αντί να τους χωρίζουν;».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΓΡΑΨΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΑ ALERTS ΤΟΥ ΣΑΜΙΑΚΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ

Δώστε μας ένα Email σας για να μαθαίνετε πρώτοι τι συμβαίνει

* indicates required