1 Φεβ 2018

Κατερίνα Κάππου: «Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία άμεση, ευέλικτη, χρονικά περιορισμένη και τελικώς οικονομικά συμφέρουσα»

Με αφορμή το νέο νόμο 4512/2018, που ψηφίστηκε πρόσφατα, θεσμοθετείται η υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης (σε ισχύ από τον Σεπτέμβριο του 2018), στην υπαγωγή μερίδας διαφορών ιδιωτικού δικαίου. Η δικηγόρος, Κατερίνα Κάππου, μιλά στον διευθυντή του «Σαμιακού Βήματος», Μάνο Στεφανάκη, εξηγώντας τη σημασία του θεσμού αναλύοντας όλες τις πτυχές του ρόλου της διαμεσολάβησης που ήδη εφαρμόζεται με επιτυχία σε άλλες χώρες.


Κυρία Κάππου, επιτρέψτε μου να ξεκινήσουμε με τον θεσμό της διαμεσολάβησης που είναι σχετικά νέος, απ’ ότι γνωρίζω. Πότε εντάχθηκε στη ζωή μας και γιατί τώρα τελευταία έγινε τόσο μεγάλη συζήτηση για αυτόν;
Η δυνατότητα υπαγωγής στη διαμεσολάβηση των διαφορών ιδιωτικού δικαίου έχει θεσμοθετηθεί ήδη από το έτος 2010 με τον Ν. 3898/2010 (ΦΕΚ Α' 211/16-12-2010). Η καινοτομία, στη διαδικασία διαμεσολάβησης, η οποία θεσπίστηκε με το νέο νόμο 4512/2018 (ΦΕΚ Α' 5/17-1-2018) και αφορά πιο άμεσα τους πολίτες είναι η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικότητας ως προς την υπαγωγή μερίδας διαφορών ιδιωτικού δικαίου στη διαμεσολάβηση προτού κάποιος απευθυνθεί στα Δικαστήρια. Ανάμεσα σε αυτές συγκαταλέγονται οι διαφορές από τη σχέση οροφοκτησίας, ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας και στους ιδιοκτήτες, διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημιές από αυτοκίνητο, εκτός αν από το ζημιογόνο συμβάν επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, διαφορές από αμοιβές δικηγόρων, μηχανικών, ιατρών και οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές του διαζυγίου.
Θα πρέπει να τονισθεί ότι με τον νέο νόμο δεν επιβάλλεται υποχρεωτικά η διευθέτηση των διαφορών αυτών μέσω της διαμεσολάβησης, αλλά ο  νομοθέτης όρισε ως υποχρεωτική την υπαγωγή των συγκεκριμένων διαφορών σε αυτή, επιδιώκοντας να οδηγήσει τα μέρη στην επίλυση της διαφοράς τους πρωτίστως μέσα από το διάλογο. Η ουσία άλλωστε του θεσμού αφορά την απόλυτη ελευθερία των μερών για την επίτευξη της συμφωνίας τους. Δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής διαμεσολάβηση αν δεν υπάρξει σύμπτωση βουλήσεως και συναπόφαση των μερών. Η υποχρεωτική υπαγωγή εφαρμόζεται με επιτυχία και σε άλλες χώρες όπως για παράδειγμα στην Ιταλία ήδη από το 2013.

Ποιος είναι ο διαμεσολαβητής και ποιος ο ρόλος του στη διαδικασία;
Ο διαμεσολαβητής, έχοντας ακολουθήσει ειδική εκπαίδευση είναι ειδικά καταρτισμένο και πιστοποιημένο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων άτομο, το οποίο υποχρεωτικά συμπεριλαμβάνεται στον ειδικό κατάλογο, τον οποίο τηρεί το εν λόγω Υπουργείο (http://www.diamesolavisi.gov.gr/anazitisi-diamesolavitwn).            

Ο διαμεσολαβητής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι τρίτο προς τα μέρη πρόσωπο, αμερόληπτο και ανεξάρτητο από αυτά, το οποίο μέσω τεχνικών τα βοηθά ώστε τα ίδια να καταλήξουν σε μια αμοιβαίως ικανοποιητική συμφωνία. Και πραγματικά, εφόσον τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία, αυτή θα τους ικανοποιεί, αφού θα προέλθει μέσα από τη διαδικασία αυτή, χωρίς να έχει επιβληθεί από κανέναν τρίτο.

Ο διαμεσολαβητής άλλωστε δεν επιβάλει λύσεις και σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζει για τα μέρη και αν το κάνει θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμά του, αν θεωρηθεί ότι έχει επηρεαστεί η αμεροληψία και η ουδετερότητά του.

Ανάλογα  με τη φύση της υποθέσεως, ο διαμεσολαβητής μπορεί να πραγματοποιήσει ξεχωριστές ή κοινές συναντήσεις με τα μέρη, τα οποία προσέρχονται στη διαμεσολάβηση υποχρεωτικά μαζί με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους.

Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά και η διαδικασία της διαμεσολάβησης;
Χαρακτηριστικά στοιχεία της διαδικασίας της διαμεσολάβησης είναι η εμπιστευτικότητα, η αμεσότητα, όπως και η ελευθερία των μερών σχετικά τόσο με το πως θα εξελιχθεί η διαδικασία όσο και με την διακοπή της αφού είναι ελεύθερα να αποχωρήσουν οποιαδήποτε στιγμή το επιθυμήσουν, χωρίς κάποια νομική κύρωση για αυτά.
  
Στο Ν. 3898/2010, ορίζονταν ρητά ότι δεν τηρούνται πρακτικά κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης. Αυτό οδηγεί τα μέρη να αισθάνονται πιο ελεύθερα να εκφράσουν τις πραγματικές τους επιθυμίες και να μην είναι καχύποπτα ότι αυτά που θα πουν θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν οπουδήποτε μεταγενέστερα εναντίον τους.
  
Στο νέο νόμο υπάρχει η δυνατότητα τήρησης πρακτικών εφόσον συμφωνήσουν σε αυτό τα μέρη. Όπως άλλωστε σας προανέφερα επιμέρους ζητήματα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης καθορίζονται από τα μέρη κατόπιν συμφωνίας τους και δεν είναι στείρα προκαθορισμένα.
Σημαντικό είναι επίσης να αναφερθεί ότι με το νέο νόμο η πρώτη συνεδρία της διαμεσολάβησης λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επομένη της γνωστοποίησης της αίτησης για την υπαγωγή μιας υπόθεσης σε αυτή, ενώ η διαμεσολάβηση θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός των επομένων τριάντα (30) ημερών, με δυνατότητα παράτασης  για χρονικό διάστημα έως τριάντα (30) ημέρες επιπλέον.

Επίσης οι πολίτες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι εάν τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία με καταψηφιστικές προεκτάσεις, δηλαδή όπου κάποιος θα πρέπει ρητά να προβεί σε μια ενέργεια ή να απέχει από αυτή, το πρακτικό που συντάσσεται από το διαμεσολαβητή και υπογράφεται από τα μέρη και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους θα μπορεί να κατατεθεί στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου αποτελώντας τίτλο εκτελεστό, επιτελώντας ακριβώς τον ίδιο ρόλο όπως μια δικαστική απόφαση.
  
Η διαδικασία της διαμεσολάβησης διαφέρει λειτουργικά από μια διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κοινή εμπειρία έχει δείξει ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, τα ίδια τα άτομα, ως διάδικοι στα δικαστήρια, δεν συμμετέχουν ενεργά σε αυτή. Όμως η διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν είναι και μια απλή κουβέντα ανταλλαγής απόψεων αλλά μία διαλεκτική θέσεων με σκοπό την εξεύρεση της κοινά αποδεκτής λύσης από τα ίδια τα μέρη.

Είναι απαραίτητος όμως ο ρόλος του διαμεσολαβητή για να επιλυθεί μια διαφορά;
Η προσπάθεια επίτευξης ενός εξωδικαστικού συμβιβασμού απαντάται συνήθως με την κλασική μορφή της διαπραγμάτευσης μεταξύ εξουσιοδοτημένων προσώπων (δικηγόρων, στελεχών, εκπροσώπων κλπ.) ώστε να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση με την άλλη πλευρά και να μην οδηγηθεί η υπόθεση στις δικαστικές αίθουσες. Ωστόσο είναι εντελώς διαφορετική η δυναμική μιας τέτοιας προσπάθειας, όπου τίθενται και ζητήματα επίδειξης ισχύος μεταξύ των μερών, από αυτήν της διαμεσολάβησης όπου τα μέρη δεν έχουν κάποιον να επηρεάσουν, εν προκειμένω τον διαμεσολαβητή, και εστιάζουν στην λύση του πραγματικού προβλήματος που τα απασχολεί. Και μιλώντας για πραγματικό πρόβλημα θα πρότεινα στον καθένα από μας να αναρωτηθεί από αυτά που γνωρίζει από το μικρό του κοινωνικό περίγυρο, πόσες υποθέσεις έχουν καταλήξει στις δικαστικές αίθουσες για την πραγματική αιτία, η οποία απασχολεί τα μέρη και πόσες απλά για την αφορμή. Ο δικαστής πολλές φορές καλείται να αποφασίσει για την αφορμή της διαφοράς γιατί ακριβώς αυτή έχουν θέσει τα μέρη προ των οφθαλμών του και δεν μπορεί να επεκταθεί στην αιτία. Στη διαμεσολάβηση ωστόσο, εφόσον τα ίδια τα μέρη το επιθυμούν, μπορεί να συμβεί και αυτό, καθώς η διαδικασία είναι πιο ευέλικτη και ο διαμεσολαβητής δεν επιδιώκει την έκδοση απόφασης αλλά να βοηθήσει τα μέρη να οδηγηθούν σε μια αμοιβαία διευθέτηση της όποιας τελικά διαφοράς τους.
    
Στη μη αναγνώριση της πραγματικής δυναμικής της διαμεσολάβησης, οφείλεται πιστεύω και ο χαρακτηρισμός της διαμεσολάβησης από κάποιους, ευτυχώς μεμονωμένους, ως ένας θεσμός ανούσιος, μη προσφέροντας τίποτα περισσότερο στα μέρη «από τσάι και συμπάθεια». Το πιο ελκυστικό του θεσμού της διαμεσολάβησης αλλά και συνάμα το πιο δύσκολο, είναι ίσως το να δεχθούμε ότι εμείς οι ίδιοι ορίζουμε την τύχη μας και εμείς οι ίδιοι είμαστε υπεύθυνοι για τη ζωή μας και για την πορεία που θα ακολουθήσει. Εμείς τα μέρη, κανείς διαμεσολαβητής, κανένας δικαστής. Εκεί λοιπόν είναι σημαντικός ο ρόλος του διαμεσολαβητή στο να οδηγήσει τα μέρη να κατανοήσουν τη δύναμη που έχουν να βρουν τη λύση που τους ταιριάζει.
  
Αν δεν κάνω λάθος, μέχρι στιγμής, δεν υπήρξε ενημέρωση, τουλάχιστον στη Σάμο, για το τι πραγματικά είναι η διαμεσολάβηση, σωστά;
Η αλήθεια είναι πως γενικότερα δεν υπήρξε η επιθυμητή διάδοση του θεσμού στην κοινωνία, ακόμη και στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου γίνονταν συνεχώς ημερίδες και εκδηλώσεις με αυτό το θέμα. Ίσως γιατί ακριβώς δεν γίνονταν αντιληπτή η πρακτική χρησιμότητά του.
    
Κάτι που θα πρέπει να αναφερθεί επίσης ως καινοτομία του νέου νόμου σχετικά με το θεσμό της διαμεσολάβησης είναι η υποχρέωση που θεσπίστηκε πλέον για τους δικηγόρους για την έγγραφη ενημέρωση των εντολέων τους για τη δυνατότητα απόπειρας διαμεσολαβητικής διευθέτησης για το μεγαλύτερο μέρος των υποθέσεων του ιδιωτικού δικαίου, είτε πρόκειται για διαφορές που πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής είτε πρόκειται για διαφορές υποχρεωτικά υπαγόμενες στη διαμεσολάβηση. Το να είναι οι νομικοί παραστάτες κοινωνοί του θεσμού της διαμεσολάβησης είναι το πλέον σημαντικό, ακριβώς αν αναλογιστεί κανείς ότι πολλοί συμπολίτες μας 7 έτη μετά την θεσμοθετημένη εισαγωγή του θεσμού της διαμεσολάβησης αγνοούν  τι πρεσβεύει και ποια είναι τα οφέλη της.
Οι πολίτες δεν έχουν κανένα απολύτως λόγο να αντιμετωπίσουν το θεσμό με καχυποψία, η οποία δυστυχώς καλλιεργήθηκε εντόνως τις τελευταίες ημέρες, χωρίς ωστόσο ουδεμία βασιμότητα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονισθεί ότι στην απόφαση της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων για αποχή από τα καθήκοντα των δικηγόρων για το θεσμό τις διαμεσολάβησης ο μεγαλύτερος σε πλήθος δικηγορικός σύλλογος, αυτός των Αθηνών, απείχε από τη δράση αυτή.

Ποια τα οφέλη εάν κάποιος επιλέξει τη διαμεσολάβηση για να επιλύσει τη διαφορά που έχει;
Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία άμεση, ευέλικτη, χρονικά περιορισμένη και τελικώς οικονομικά συμφέρουσα σε σχέση με τη διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων, λειτουργώντας προς την προστασία των δικαιωμάτων των μερών υπό το καθεστώς εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας, ζήτημα ιδιαιτέρως σημαντικό αν αναλογιστούμε για παράδειγμα τις οικογενειακές υποθέσεις. Τι προσφέρει ένας χρονοβόρος, δαπανηρός και επίπονος ψυχολογικά τουλάχιστον δικαστικός αγώνας στα μέρη; Αποτέλεσμα άλλωστε της διαμεσολάβησης είναι μεταξύ άλλων και η αποκατάσταση των σχέσεων των μερών. Φυσικά αυτό δεν επιτυγχάνεται πάντα αλλά σίγουρα δεν επιτυγχάνεται σχεδόν ποτέ στα πλαίσια ενός δικαστικού αγώνα, αντίθετα εκεί εκτραχύνεται ακόμη περισσότερο.
  
Επίσης η διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορεί να λάβει χώρα οποτεδήποτε, μη έχοντας να αντιμετωπίσει περιορισμό ωραρίου ή ζητήματα δικαστικών διακοπών. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και για τους κατοίκους του εξωτερικού, οι οποίοι ερχόμενοι, καλοκαίρια συνήθως, στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, θα δύναται να επιλύουν με αυτόν τον τρόπο υποθέσεις τους, χωρίς να χρειάζεται να αναμένουν την έναρξη του δικαστικού έτους.
Ας έρθουμε στο οικονομικό μέρος. Μήπως το κόστος για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι απαγορευτικό για τα μέρη; 

Σχετικά με το κόστος της διαμεσολάβησης θα ήθελα να πω ότι φυσικά κανένα ποσό δεν είναι αμελητέο και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από τα μέρη. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή έχει ορισθεί στα 100€ ανά ώρα, εάν δεν συμφωνηθεί διαφορετικά, και επιμερίζεται ισόποσα στα μέρη. Οι περισσότερες διαμεσολαβήσεις έχει αποδειχθεί ότι διαρκούν μερικές ώρες και οι διαφορές επιλύονται στο χρονικό πλαίσιο ακόμη και της ίδιας μέρας. Επομένως το να λέμε ότι με την υποχρεωτική υπαγωγή στη διαμεσολάβηση, δημιουργείται ένα εμπόδιο του πολίτη στην πρόσβασή του στη Δικαιοσύνη είναι σαν να καταδικάζουμε το θεσμό εκ των προτέρων. Η διαμεσολάβηση έχει όλα τα εχέγγυα να αποτελέσει το πρώτο και τελικό στάδιο στην οριστική διευθέτηση μιας διαφοράς, ώστε να υπάρξει για τα μέρη εξοικονόμηση χρόνου και χρημάτων.

Αυτή είναι και η πρόκληση, την οποία καλούμαστε ως κοινωνία να αντιμετωπίσουμε. Πολίτες, δικηγόροι και διαμεσολαβητές να κάνουμε ένα βήμα μπροστά για το τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε πλέον τις διαφορές μας.



Από την έντυπη έκδοση








Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΓΡΑΨΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΑ ALERTS ΤΟΥ ΣΑΜΙΑΚΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ

Δώστε μας ένα Email σας για να μαθαίνετε πρώτοι τι συμβαίνει

* indicates required