18 Φεβ 2026

Το «Χρυσό Κλουβί» της μνήμης: Μια συγγραφική προσφορά του Βαγγέλη Δημητριάδη - Γράφει ο Μανόλης Γερ. Βαρβούνης*

Ο Βαγγέλης Δημητριάδης, συγγραφέας δόκιμος με εξέχουσα προσφορά και συνεισφορά στα σαμιακά γράμματα, αλλά και πανελληνίως, μας έδωσε πρόσφατα το νέο βιβλίο του με τίτλο «Το χρυσό κλουβί. Βιογραφική πατριδογνωσία» [(Αθήνα) 2025, έκδ. Απόπλους, σελ. 285 + 16 σελ. με φωτογραφικό υλικό]. Το νέο αυτό βιβλίο του κ. Βαγγέλη Δημητριάδη, αποτελεί μια εκτενή αφήγηση ζωής, με πολλά και σημαντικά στοιχεία σχετικά με την ιστορία και την παράδοση του Πυθαγορείου της Σάμου, της γενέτειράς του. 

Σε τριάντα αριθμημένα επιμέρους τμήματα, που κατακλείονται από επίλογο (σ. 284), ο συγγρ. μέσα από τα προσωπικά του βιώματα γράφει για το χωριό του, διαπλέκοντας με μαεστρία το προσωπικό με το συλλογικό, το αφηγηματικό με το ιστοριοδιφικό, την αυτοβιογραφική αφήγηση με τη συμμετοχική παρατήρηση. Άλλωστε και κατά το παρελθόν έχει δώσει ανάλογα εξαιρετικά δείγματα της προσέγγισής του στην διαχρονία και τη συγχρονία του χωριού του, κυρίως με τα βιβλία του Το Τηγάνι της Σάμου 1940 – 1955 (Σάμος 2003) και Το Τηγάνι της Σάμου. Αρχείο Ραφαήλ Δ. Μελαχροινού (Σάμος 2009), αλλά και με τη συγκρότηση, επιμέλεια και έκδοση του σημαντικού τοπικού περιοδικού Το Τηγάνι, όπου φιλοξενήθηκαν και πολλά ανάλογα δικά του άρθρα.

Να σημειωθεί εδώ ότι πολλά από τα κείμενα του συγγρ. έχουν, σε μια πρώτη μορφή, περιληφθεί σε σαμιακά και πανελλήνια περιοδικά και τόμους, και αναδημοσιεύονται εδώ ενίοτε συμπληρωμένα και αναθεωρημένα, με προσθήκες και περαιτέρω επεξεργασία, ή και αυτούσια. Ο κ. Δημητριάδης ξεκινά την αφήγησή του από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 και φτάνει ως σήμερα, με μια μεταμοντέρνα μη γραμμική γραφή, η οποία ωστόσο με τις εσωτερικές συνοχές της αναδεικνύει την συγγραφική του δεινότητα και την αφηγηματική του τέχνη. Παραλλήλως, σε δεύτερο επίπεδο και κατά περιπτώσεις, όπου το κρίνει αναγκαίο, ενσωματώνει στην αφήγησή του ιστορικά στοιχεία για επιμέρους ζητήματα, όπως λ.χ. την οικιστική και πολεοδομική εξέταση του Πυθαγορείου – του τότε Τηγανίου - την σταδιακή ανακατασκευή και χρήση του λιμανιού του, το συγκρότημα του φρουρίου με τον πύργο του Λυκούργου και τον προσκυνηματικό ναό της Μεταμόρφωσης, τον διαχρονικό εορτασμό της επετείου της Ναυμαχίας της Σάμου, στις 6 Αυγούστου 1824, την ανάπτυξη των αθλητικών συλλόγων, τη δράση συγκεκριμένων προσωπικοτήτων της τοπικής κοινωνίας κ.λπ. 

Βαγγέλης Δημητριάδης

Ενδιαμέσως, στην αφήγησή του αναφέρεται σε πρόσωπα και καταστάσεις, σε τοπόσημα και προσωπικότητες, σε γεγονότα και νοοτροπίες, σε συμπεριφορές και καταστάσεις, προβαίνοντας σε μια συνολική παρουσίαση του χωριού και των ανθρώπων του, έντεχνα προσαρμοσμένη στα όρια μιας αυτοβιογραφικής αφήγησης ζωής. Να επισημάνω εδώ ότι στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σημειώνεται πως «από το αφήγημα απουσιάζουν κάθε είδους μυθοπλαστικά στοιχεία, λαογραφικά δρώμενα και η εξειδανίκευση της εποχής». Συμφωνώ για την μυθοπλασία και την απουσία εξιδανίκευσης, ωστόσο τα λαογραφικά στοιχεία είναι πανταχού παρόντα, καθώς ο συγγρ. ουσιαστικά αναπαριστά με την μέθοδο του ψηφιδωτού πρόσωπα και καταστάσεις, αλλά και τον ευρύτερο λαϊκό βίο της εποχής που τον απασχολεί, και μάλιστα σε όλη την πολυποικιλία του, από τον υλικό βίο και τις παραδοσιακές κοινωνικές δομές, ως τον λεγόμενο πνευματικό βίο και τις κάθε είδους εορτές και πανηγύρεις.

Βεβαίως και απουσιάζει η φολκλοριστική προσέγγιση της εποχής που τον απασχολεί, και αυτό εντάσσεται στις πολλές και σημαντικές αρετές του κειμένου. Όμως πρέπει να σημειώσουμε σημασία των αφηγήσεων ζωής για τη Λαογραφία έχει πολλές φορές επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία, δεδομένου ότι η έρευνα για το είδος αυτό του λαϊκού αφηγηματικού λόγου έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας. Μάλιστα, αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η έρευνα έχει προχωρήσει και σε περιπτώσεις ειδικών αφηγήσεων, θεματικά περιορισμένων και προσδιορισμένων, κατά κανόνα με τα μεθοδολογικά εργαλεία και τις θεωρητικές παραδοχές της ανάλυσης λόγου, που κυριαρχούν στην λαογραφική προσέγγιση και ανάλυσή τους.

Από τη σχετική ελληνική βιβλιογραφία έχει επισημανθεί η σημασία τους ως λαογραφικών πηγών, δεδομένου ότι περιλαμβάνουν συχνά πληροφορίες για την καθημερινή ζωή, σε όλους τους τομείς της, για νοοτροπίες, ιδεολογίες και εθιμικά καθορισμένες συμπεριφορές, είτε στο κοινωνικό, είτε στο τελετουργικό επίπεδο. Στη σχετική έρευνα κυριαρχούν μάλιστα οι μελέτες της Καθηγήτριας Λαογραφίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών Ρέας Κακάμπουρα, η έρευνα της οποίας άνοιξε νέους δρόμους στη μελέτη αυτού του ξεχωριστού και ενδιαφέροντος είδους του λαϊκού αφηγηματικού λόγου. 


Στην περίπτωση του βιβλίου του κ. Δημητριάδη έχουμε μια ιδιότυπη και αξιοσημείωτη περίπτωση αυτο-διαμεσολαβημένης αφήγησης ζωής, η οποία ξεκίνησε από προσωπικές μνήμες και συναισθήματα ιδιωτικά, στη συνέχεια όμως έτυχε ειδικής επεξεργασίας, ώστε να πλαστεί και να διαμορφωθεί. Άρα έχουμε μια περίπτωση διαμεσολαβημένης αφήγησης ζωής, εντός του φαινομένου που έχει προσδιοριστεί ως δευτερογενής αφηγηματική ανάλυση βιογραφικών καταγραφών. Στην περίπτωσή μας ο ίδιος ο αφηγητής έχει και λογοτεχνικές ικανότητες, άρα παρουσιάζει τις αφηγήσεις του ως είδος έντεχνου πεζού λόγου, με μια ευδιάκριτη λογοτεχνική επεξεργασία, την οποία ωστόσο έχει κάνει ο ίδιος, χωρίς την μεσολάβηση τρίτου προσώπου, σε συνδυασμό με πορίσματα της ιστορικής, αρχειακής και βιβλιογραφικής του έρευνας για την εξέλιξη, την κοινωνία, τις προσωπικότητες και τα τοπόσημα του χωριού του.

Από τις διαδικασίες αυτές έχει προκύψει το είδος της λογοτεχνικής αυτοβιογραφίας, η οποία απασχολεί και τη λαογραφική βιβλιογραφία, δεδομένου ότι στα κείμενα αυτά περιλαμβάνονται πολλές εθνογραφικές πληροφορίες, ώστε η μελέτη τους να αποτελεί σε τελική ανάλυση σπουδή των σχέσεων μεταξύ Λαογραφίας, λογοτεχνίας και ιστορίας. Στην περίπτωση του βιβλίου του κ. Δημητριάδη έχουμε μια λογοτεχνικά αποδομένη αυτοεθνογραφική καταγραφή, ανάλογη αυτής που πρόσφατα έχει παρουσιάσει και ο Στ. Ζουμπουλάκης, στο βιβλίο του Στ’ αμπέλια (Αθήνα 2018, εκδ. Πόλις), δεδομένου ότι ο αρχικός αφηγηματικός πυρήνας έχει συνδυαστεί με την λογοτεχνική επεξεργασία αλλά και την ιστορική πλαισίωση και τεκμηρίωση του αφηγητή-συγγραφέα, ώστε να ενταχθεί στα όρια κάποιας, συχνά ευδιάκριτης, συγγραφικής οικονομίας. Άρα πρόκειται ουσιαστικά για λογοτεχνικό έργο, το οποίο πρέπει να εκλαμβάνεται ως εθνογραφική πηγή υπό τους θεωρητικούς όρους και τις μεθοδολογικές προϋποθέσεις που έχει επισημάνει η σχετική λαογραφική βιβλιογραφία.

Στην περίπτωση του βιβλίου του κ. Δημητριάδη που εξετάζουμε, βρισκόμαστε ενώπιον μιας μεθοριακής μορφής, δεδομένου ότι ούτε απλή αυτοβιογραφική καταγραφή ή συνέντευξη είναι, αλλά ούτε και λογοτεχνικό έργο, ένα κείμενο που συνδυάζει λαογραφικές και ιστορικές αναφορές, που μπορεί εξίσου καλά να αξιοποιηθεί ως πηγή τόσο για τη λαογραφική, όσο και για την ιστορική έρευνα, αλλά και που εμπερικλείει πολλά και σαφή μηνύματα. Χαρακτηριστικός εν προκειμένω είναι ο ευρηματικός τίτλος του, η σημασία του οποία διασαφηνίζεται στην αρχή του δευτέρου κεφαλαίου του βιβλίου (σ. 28), με την εμβληματική φράση του θείου του Ζήνωνα Δημητριάδη, τα οποία συχνά επαναλάμβανε ο πατέρας του Θεολόγος Δημητριάδης «το Πυθαγόρειο είναι ένα χρυσό κλουβί που μέσα του ζει μια κουκουβάγια», μια ευφυέστατη κοινωνική κριτική, την οποία ο συγγρ., χωρίς να το δηλώνει, φαίνεται κατά περιπτώσεις να υιοθετεί, και μάλιστα με επεκτάσεις ίσως πανσαμιακές.

Μεταξύ Χώρας και Πυθαγορείου, κάτι από την σκιά ενός λόγιου και σκεπτικού πατέρα, μέσα στην αγκαλιά μιας στοργικής και δυναμικής μάνας, δίπλα σε έναν αδελφό που ενίοτε εκλαμβάνεται ως σημείο εκδήλωσης ανταγωνιστικών τάσεων, παρακολουθούμε τον συγγρ. να μεγαλώνει, και μαζί να εξελίσσεται και το χωριό του, να περνάει από τα στερημένα μεταπολεμικά χρόνια στον πρώιμο μοντερνισμό και κατόπιν στην νεωτερικότητα, που εν προκειμένω εκπροσωπείται από τις τουριστικές εκμεταλλεύσεις και τις ανήκεστες αλλαγές που αυτές έχουν επιφέρει σε πρόσωπα, χαρακτήρες, νοοτροπίες, συμπεριφορές και κοινωνικές δομές.

Τα δεινά του τουρισμού για την μακροπρόθεσμη εξέλιξη του χωριού και του νησιού του, που μετέτρεψαν μια κοινωνία παραγωγής σε κοινωνία εξυπηρετήσεων, ο συγγρ. τα περιγράφει με σχεδόν προφητική ενέργεια, όπως άλλωστε έχουν ήδη αποτυπωθεί και στη σχετική βιβλιογραφία. Στα κείμενα του βιβλίου συνδυάζονται η νοσταλγική ματιά και η συναισθηματική αποτύπωση με την ψύχραιμη αποτίμηση και την οξυδερκή παρατήρηση.

Ο συγγρ. είναι πάντοτε σαφής και τίμιος στην αφήγησή του. Η εκτίμησή του για την Ναυμαχία της Σάμου, στις αρχές Αυγούστου του 1824 και τη διαχείρισή της από τους Σαμίους, στη φράση «Όπως συμβαίνει πάντα σε παρόμοιες περιπτώσεις, αμέσως κατέφθασε η Εκκλησία για να δρέψει τις δάφνες της νίκης: ‘Χριστός Σάμον έσωσε τη 6η Αυγούστου 1824’, ‘ο Θεός έβαλε το χέρι του’ και άλλα τέτοια μεταφυσικά ειπώθηκαν και γράφτηκαν από τον κλήρο και τους θεοφοβούμενους επαναστάτες» (σ. 259) εμπεριέχει ίσως μια αντίφαση, καθώς αν αυτή ήταν η εκτίμηση των ίδιων των επαναστατών – και πράγματι ήταν, όπως προκύπτει από τα τεκμήρια και τα κείμενα της εποχής – τότε η υιοθέτησή της δεν οφείλεται σε εκ των υστέρων επίδραση της Εκκλησίας, αλλά στην έκφραση του γνήσιου συναισθήματος των ίδιων των αγωνιστών, δεδομένης μάλιστα της παγκοίνως παραδεκτής έντονης θρησκευτικότητας του αρχηγού της σαμιακής επανάστασης Γεωργίου Λογοθέτη Λυκούργου.

Συμπερασματικά, το βιβλίο αυτό του κ. Βαγγέλη Δημητριάδη αποτελεί μια υποδειγματική αυτοεθνογραφική αφήγηση ζωής, εμπλουτισμένη με τα αποτελέσματα μακρόχρονων και συστηματικών ερευνών για την ιστορική πορεία και την πολιτιστική εξέλιξη του Πυθαγορείου. Ένα βιβλίο που πρέπει να λειτουργήσει, κατά την άποψή μου, ως υπόδειγμα σύνθεσης και δημοσίευσης παρόμοιων έργων και για άλλα χωριά και πόλεις της Σάμου, έργο αγάπης και επιστήμης, προϊόν πνευματικού και ερευνητικού μόχθου, συναισθηματικής πρόσληψης και αντικειμενικής αποτύπωσης, που στις σελίδες του εμπερικλείει την πορεία ζωής, το ιδεολογικό στίγμα και την κοινωνική προσφορά γενεών Σαμίων, με αντικειμενική παρουσίαση των θετικών και των αρνητικών στοιχείων τους.

Πρόκειται για μια ουσιαστική, περιεκτική και αποκαλυπτική πατριδογνωσία, υποκειμενικής αφετηρίας και αντικειμενικής υπόστασης, έργο που πλουτίζει τη σαμιακή βιβλιογραφία, παραλλήλως δε συγκροτεί ένα πρότυπο υψηλό, το οποίο δύσκολα θα ξεπεραστεί από ανάλογα μελλοντικά έργα για τα χωριά της Σάμου, την ιστορική διαδρομή, την κοινωνική συγκρότηση και την πολιτιστική ταυτότητά τους, Ένα έργο σύγχρονο, διορατικό, χρηστικό και αποκαλυπτικό, για το οποίο αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στον συγγρ., μαζί με την ευγνωμοσύνη των συγχωριανών και συντοπιτών του. Με το βιβλίο αυτό πλουτίζεται η σειρά των τοπικών μονογραφιών της σαμιακής βιβλιογραφίας, και διασώζονται σημαντικότατες πληροφορίες για τον ερευνητή της ιστορίας και του πολιτισμού της Σάμου, παραλλήλως δε τα σαμιακά γράμματα πλουτίζονται με ένα εξαιρετικό έργο, που συνδυάζει – σε ίσες δόσεις – τη νοσταλγική αναπόληση, την αγάπη της μικρής πατρίδας και τη μεταμοντέρνα γραφή.

Κι αυτό είναι πλούτος για την τοπική και δυναμικά εξελισσόμενη σαμιακή βιβλιογραφία.

*Καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Από την έντυπη έκδοση του «Σαμιακού Βήματος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΓΡΑΨΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΑ ALERTS ΤΟΥ ΣΑΜΙΑΚΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ

Δώστε μας ένα Email σας για να μαθαίνετε πρώτοι τι συμβαίνει

* indicates required