Ο Κοπάσης και το κίνημα του 1908
| Ο Ηγεμόνας Ανδρέας Κοπάσης |
Οι πληροφορίες για τον Ηγεμόνα Ανδρέα Κοπάση στηρίζονται εν πολλοίς στην εξιστόρηση του Ιωάννη Βακιρτζή, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων του 1908[2]. Ο Ανδρέας Κοπάσης, ομογενής από την Κρήτη, μορφωμένος και πολύγλωσσος, διορίσθηκε Ηγεμόνας της Σάμου στα τέλη Δεκεμβρίου 1907 και όταν έφτασε στη Σάμο η υποδοχή του έγινε από τις αρχές, κάπως παράτυπα, όχι εν πομπή στον Μητροπολιτικό Ναό, όπως συνηθιζόταν, αλλά στο Ηγεμονικό Μέγαρο όπου είχαν συγκεντρωθεί η Βουλή και ο Μητροπολίτης. Αντάλλαξαν σύντομες προσφωνήσεις με κάποια καχυποψία ή δυσαρέσκεια μεταξύ Ηγεμόνα και Βουλής στην οποία προήδρευε ο Θεμ. Σοφούλης.
Το γενικότερο κλίμα στη Σάμο στις αρχές του 1908 δεν ευνοούσε συνεργασίες των πολιτειακών θεσμών, καθώς η Βουλή επιζητούσε μεγαλύτερο εύρος δραστηριοτήτων, ενώ ο Ηγεμόνας επεδίωκε, ευσχήμως, περιστολή των αρμοδιοτήτων της. Η σύγκρουση μεταξύ τους για να εκδηλωθεί αναζητούσε κάποια αφορμή. Οι Σαμιώτες γνώριζαν την πολιτεία του Κοπάση και την εντυπωσιακή ανέλιξή του στην πολιτική ιεραρχία της οθωμανικής υπαλληλίας, και ο ίδιος ήξερε τη δράση και τις ενέργειες του Σοφούλη για διεύρυνση της αυτονομίας και του σαμιακού κοινοβουλευτισμού. Μια από τις πολλές αφορμές ήταν η εισαγωγή σιγαροποιητικής μηχανής από τη Γερμανία στη Σάμο, η οποία θα στερούσε πολλούς εργάτες σιγαροποιούς από την εργασία τους, αλλά θα διευκόλυνε τους βιομηχάνους και τους εμπόρους. Ξέσπασαν ταραχές, απεργία, διαμαρτυρίες κλπ. Η Βουλή πήρε το μέρος τον εργατών, αλλά φαινόταν να διαταράσσεται η κοινωνική ευταξία.
Η σημαντικότερη διαφορά ήταν πως Ηγεμόνας και Βουλή αντιλαμβάνονταν διαφορετικά την έννοια της αυτονομίας και των προνομίων. Υπήρχαν όμως παγιωμένοι θεσμοί, όπως η Γενική Συνέλευση από την οποία εκλεγόταν η Βουλή, δηλαδή η τοπική κυβέρνηση. Με το πέρασμα των χρόνων είχε παγιωθεί ένας κοινοβουλευτικός τρόπος λειτουργίας του ηγεμονικού πολιτεύματος, που στηριζόταν στην Οργανική Διάταξη του 1832 και στον Αναλυτικό Χάρτη της Ηγεμονίας του 1850. Η σύγκληση Γενικής Συνέλευσης γινόταν ύστερα από Διάταγμα του Ηγεμόνα. Εκείνος όμως κωλυσιεργούσε, το 1908, και καθυστερούσε να το εκδώσει.
Ο Κοπάσης θέλησε μέσω αυτού του δρόμου, των θεσμών, να ελέγξει τα πολιτικά πράγματα στο νησί εκμεταλλευόμενος τις αντιθέσεις των τοπικών παρατάξεων, οι οποίες είχαν οξυνθεί υπέρ το δέον. Οι αντιπολιτευόμενοι τον Σοφούλη τον κατηγορούσαν ότι υπέθαλπε παραβατικές πρακτικές παρανόμων, ενόπλων και λαθρεμπόρων. Για τους τελευταίους κατηγορούσαν και τα τελωνεία του νησιού, επειδή μάλλον οι τελωνειακοί υπάλληλοι είχαν διοριστεί από την Κυβέρνηση και θεωρούνταν σοφουλικοί . Γενικά στη Σάμο υπήρχε μια αναστάτωση και διατάραξη της κοινής ησυχίας. Οι αντιπολιτευόμενοι συμβούλευαν τον Ηγεμόνα να λάβει μέτρα. Η Βουλή ζητούσε να συνέλθει η Γενική Συνέλευση με την ελπίδα ότι εφόσον οι περισσότεροι πληρεξούσιοι ανήκαν στη σοφουλική παράταξη, θα επανεκλεγόταν. Ο Κοπάσης ανέβαλλε και αντ’ αυτού ζήτησε οθωμανικές ενισχύσεις για την επιβολή της τάξης.
Στις 12 Μαΐου 1908 κατέπλευσε στον Λιμένα Βαθέος το υπό οθωμανική σημαία πλοίο «Δικελί» ερχόμενο από τη Νέα Έφεσο, μεταφέροντας 200 Τούρκους στρατιώτες προς ενίσχυση της τοπικής φρουράς. Πριν από τον κατάπλου, δύο αποσπάσματα από τον στρατώνα, όπου στρατωνιζόταν μικρή στρατιωτική δύναμη, κατέβηκαν στην παραλία και το ένα κατέλαβε το Τηλεγραφείο, ενώ το άλλο παρατάχθηκε στον λιμενοβραχίονα για την υποδοχή του νέου στρατού. Η ενέργεια αυτή πρέπει να ήταν προσχεδιασμένη και εν γνώσει του Κοπάση και του διοικητή της φρουράς. Κατάληψη τηλεγραφείου και λιμανιού δήλωναν πραξικόπημα και βίαιη απόβαση στο νησί. Οι πολίτες δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν αλλιώς την άφιξη Τούρκων στρατιωτών παρά ως απόπειρα στρατιωτικής κατοχής της Σάμου. Έγινε αμέσως μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Πυθαγόρα και αφού ενημερώθηκε ο Σοφούλης όλοι βάδισαν προς το Ηγεμονικό μέγαρο για να διαμαρτυρηθούν, ώστε ο Ηγεμόνας να σταματήσει την απόβαση. Όμως είχε προλάβει ο άλλος βουλευτής, Εμμ. Χατζηδάκης, που εισέβαλε στο Ηγεμονικό Μέγαρο και διαμαρτυρήθηκε έντονα, ενώ και οι ακολουθούντες έσυραν τον Ηγεμόνα και τον προπηλάκισαν. Τον ανάγκασαν να στείλει στον επικεφαλής του στρατιωτικού σώματος εντολή να σταματήσει την αποβίβαση. Όπερ και εγένετο. Στο διάστημα αυτό ένοπλοι Σαμιώτες πήραν θέσεις απέναντι από το λιμάνι, ανοργάνωτα πάντως, με σκοπό να ματαιώσουν την αποβίβαση. Ο επικεφαλής του αποβατικού σώματος αρνήθηκε να παραλάβει το πρόχειρο σημείωμα του Ηγεμόνα, έσπρωξε τον απεσταλμένο Χατζημανόλη, και εκείνος οπισθοχωρώντας πυροβόλησε με το περίστροφό του τον Τούρκο αξιωματικό. Αυτό φαίνεται ενήργησε ως ένα είδος συνθήματος και άρχισαν πυροβολισμοί εκ μέρους Σαμιωτών, που είχαν οχυρωθεί αυθόρμητα γύρω από το λιμάνι, εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι διαπιστώνοντας ότι υπάρχει αντίσταση, πυροβολώντας και πυροβολούμενοι, αποβιβάστηκαν και έφτασαν στο Ηγεμονικό Μέγαρο, ενώ ο Κοπάσης, που είχε προπηλακισθεί και είχε οδηγηθεί αρχικά στο κτίριο της Βουλής (σημερινό Δημαρχείο) , αφέθηκε ελεύθερος και κατέφυγε στο Μέγαρο υπό την προστασία των Τούρκων στρατιωτών.
Άρχισε να στέλνει τηλεγραφήματα στην οθωμανική κυβέρνηση ότι ήταν η ευκαιρία να συντριβεί το σαμιακό κίνημα πριν διογκωθεί και γίνει κάτι ανάλογο όπως με το κρητικό ζήτημα. Έτσι σε μικρό χρονικό διάστημα ο κόλπος του Βαθιού γέμισε από τούρκικα πολεμικά από τα οποία αποβιβάστηκαν περίπου 4.000 στρατιώτες οι οποίοι κατέλαβαν την πόλη χρησιμοποιώντας και πυροβολικό. Ακολούθησαν συγκρούσεις με ένοπλα τμήματα Σαμίων. Η αρχική αντίδραση εξελίχθηκε σε επαναστατικό κίνημα με απρόβλεπτες συνέπειες. Όμως, οι επαναστάτες δεν μπόρεσαν να αντέξουν στις υπέρτερες δυνάμεις, αποσύρθηκαν, και τις επόμενες ημέρες οι επικεφαλής τους μαζί με το Σοφούλη επιβιβάστηκαν σε ιστιοφόρο και διέφυγαν στην Ελλάδα. Ο Κοπάσης διέλυσε τη Βουλή και την αντικατέστησε με άλλους πρόθυμους να συνεργαστούν μαζί του. Το ίδιο έπραξε και με το δικαστικό σώμα. Έδρασε πολύ γρήγορα, διόρισε άλλους ανώτατους δικαστές και η δίκη που έγινε εναντίον των πρωτεργατών του κινήματος με την κατηγορία της στάσης και της εσχάτης προδοσίας κατέληξε στην καταδίκη τους σε θάνατο και σε βαριές ποινές των συμμετόχων. Ελάχιστοι απαλλάχτηκαν. Οι θανατικές ποινές δεν εφαρμόστηκαν, διότι οι πιο πολλοί είχαν ήδη διαφύγει.
Αφού τακτοποιήθηκε η εσωτερική ησυχία και ασφάλεια του Ηγεμόνα με την βία των τουρκικών όπλων, άρχισε να επανέρχεται η κανονική ζωή στο νησί υπό καθεστώς κατοχής και φόβου λόγω συλλήψεων και φυλακίσεων. Στα πλαίσια αυτά είχε παυθεί και η εφημερίδα Πρόοδος και σε μικρό χρονικό διάστημα άρχισε να κυκλοφορεί η νέα εφημερίδα με τον τίτλο Νέα Σάμος, που απηχούσε τις απόψεις του κοπασικού καθεστώτος. Την ίδια εποχή, μετά το Μάιο του 1908 , πληθώρα δημοσιευμάτων στον αθηναϊκό, τον σμυρνέικο, τον πολίτικο τύπο ακόμα και τον ευρωπαϊκό κατέκριναν την πολιτική και τη συμπεριφορά του Κοπάση. Όλα όμως διαψεύδονταν από το ηγεμονικό καθεστώς ως ψευδολογίες των εν Αθήναις «φυγόποινων».
| Μητροπολίτης Κωνσταντίνος Βοντζαλίδης |
Η διαμαρτυρία του Μητροπολίτη Κωνσταντίνου Βοντζαλίδη προς τον Ηγεμόνα
Τον Αύγουστο 1908, σχεδόν τρεις μήνες μετά τα γεγονότα, ο Μητροπολίτης απέστειλε στον Ηγεμόνα Ανδρέα Κοπάση αναφορά για τους βανδαλισμούς εκκλησιών, κυρίως του Αγίου Χαραλάμπους, από τα οθωμανικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης. Ο Ηγεμόνας απάντησε αμέσως στην αναφορά. Και τα δυο κείμενα είχαν αρχειοθετηθεί σε άσχετο φάκελο προς το περιεχόμενό τους στο Αρχείο του Ηγεμονικού Γραφείου[3] και έχουν ως εξής:
Η αναφορά του Μητροπολίτη
Υψηλότατε
Κατὰ τὰ λυπηρὰ γεγονότα τῆς 12 Μαΐου ἐ.ἔ. διεπράχθησαν ὑπὸ χειρῶν ἀνοσίων σοβαραὶ ἁρπαγαὶ καὶ βεβηλώσεις ἐν τῷ παρὰ τῷ ὀθωμ. στρατῶνι ἱερῷ ναῷ τοῦ Νεκροταφείου «ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος».
Τὰς διαρπαγὰς καὶ βεβηλώσεις ταύτας μετὰ δικαίου ψυχικοῦ ἄλγους ἐξήγγειλα τότε ἀμέσως διὰ ζώσης φωνῆς τῇ Ὑμετ. Ὑψηλότητι, ἐπεφυλαξάμην δὲ διὰ τὸ ὅλως ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων καὶ τὸ ἐκτάκτως κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πολυάσχολον Αὐτῆς, ν’ ἀναφέρω ταύτας καὶ ἐγγράφως, παρακαλῶν ὅπως διαταχθῶσιν ἁρμοδίως αἱ δέουσαι καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτροχιάσεων τούτων ἀνακρίσεις καὶ ἐφαρμοσθῶσιν ἀναλόγως τὰ τοῦ Νόμου.
Ἡ κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἱεροῦ ναοῦ τολμηθεῖσα βέβηλος ἐπιδρομὴ καὶ ἡ ταύτην ἐπακολουθήσασα τότε ἐρήμωσις αὐτοῦ, εἶνε ἀνώτερα περιγραφῆς, Ὑψηλότατε.
Πολυελαίους, κανδήλας, κηροπήγια, ἱερὰ βιβλία καὶ εἴτι ἕτερον ἐκ τῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ διακόσμου καὶ τῆς ἐν τῷ ναῷ χρήσεως, τὰ πάντα εὗρον, κατὰ τὴν ἐπίσκεψίν μου, κατεστραμμένα καὶ διεσκορπισμένα εἰς τεμάχια ἐδῶ καὶ ἐκεῖ.
Ἐκ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἄλλαι μὲν εὑρέθησαν κατατετμημέναι καὶ ἐρριμμέναι εἰς τὰς γειτονικὰς ὁδοὺς καὶ ἄλλαι ἐκτετοπισμέναι καὶ ἐφθαρμέναι τὰς ὄψεις μὲ αἰχμηρὰ καὶ ὀξύτατα σιδηρᾶ ὄργανα.
Τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ αἱ ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων ἀργυραῖ πλάκες, ἅπαντα ἦσαν ἀνοσίως ἀφῃρημένα. Ἐκ τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Βήματι οὐδὲν δυστυχῶς διέφυγε τὰς ἱεροσύλους τῶν βεβηλωτῶν χεῖρας. Αἱ Ἅγιαι Τράπεζαι καὶ τῶν τριῶν ὑποστάσεων μετὰ τῶν στηριγμάτων αὐτῶν (κιόνων) ἦσαν μεταβεβλημέναι εἰς σωρὸν ἐρειπίων∙ ὁ δὲ συνήθως εἰς τὸ ἐξιδιασμένον μέρος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἑτοιμοθανάτων χριστιανῶν φυλασσόμενος Ἅγιος Ἄρτος, ἐπιμελῶς ζητηθεὶς, οὐδαμοῦ ἀνευρέθη.
Εἰς ἐξωκκλήσια τῆς περιφερείας Βαθέος ἡ βεβήλωσις ἐγένετο κατὰ τρόπον μὴ δυνάμενον κυριολεκτικῶς νὰ περιγραφῇ.
Διὰ τὰς θρασείας ταύτας βεβηλώσεις τῶν ἱερῶν ἡμῶν οἴκων, ἡ Μητρόπολις βαθύτατα θλιβομένη, διὰ χρηστῆς πάντοτε ἐλπίδος ἔχει ὅτι ἡ Ὑμετ. Εὐσεβαστάτη Ὑψηλότης, ἡ τόσον διὰ τὴν θεοσέβειάν της καὶ τὴν πρὸς τὴν ἱερὰν θρησκείαν τῶν πατέρων ἡμῶν εὐλαβῆ ἀφοσίωσίν Της διακρινομένη, θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐνεργήσῃ εὐσεβοφρόνως τὸ δέον, ἀνακαλύπτουσα τοὺς δράστας τῶν ἀνοσιουργημάτων τούτων καὶ ζητοῦσα, ὅθεν ἀνήκει, τὴν ἐφαρμογὴν τῶν τοῦ Νομου.
Εὐελπιζόμενος ὅτι ἐγκαίρως θὰ ἴδω ἀπονεμομένην τῷ χριστεπωνύμῳ πληρώματι καὶ τῇ Ἱερᾷ Μητροπόλει δικαιοσύνην διὰ τὴν προσγενομένην ταύτην ἀδικίαν εἰς τὸν ἐν λόγῳ ἱερὸν ναὸν καὶ ὅτι ἡ Ὑμετ. εὐσεβ.Ὑψηλότης ἀγαθυνθήσεται νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν σχετικῶν ἐνεργειῶν Της,
Τῇ Αὐτοῦ Ὑψηλότητι τῷ σεβ. Ἡγεμόνι της Σάμου
Κυρ[ίῳ] Ἀνδρέᾳ Ἐμμ. Κοπάσῃ
Ἐνταῦθα
Σε λίγες μέρες ο Ανδρέας Κοπάσης απάντησε στον Μητροπολίτη χρησιμοποιώντας και την πιστοποίηση του εισαγγελέα των Εφετών.
Η απάντηση του Ηγεμόνα
Ἐν Λιμ. Βαθέος τὴν 26 Αὐγούστου 1908
Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας φρικώδη διεπράχθησαν ἐγκλήματα, ὡς τοῦτο γνωστὸν τυγχάνει τοῖς πᾶσιν. Οἱ πασίγνωστοι ἐκεῖνοι ἐγκληματίαι προέβησαν εἰς δολοφονικὴν ἐπίθεσιν καθ’ Ἡμῶν, ἐπυροβόλησαν ἀναιτίως κατὰ τοῦ τακτικοῦ, ἐφόνευσαν πολλοὺς ἄνδρας αὐτοῦ, ἠκρωτηρίασαν καὶ κατακρεούργησαν ἀπανθρώπως τοὺς αἰχμαλωτισθέντας ἀόπλους στρατιώτας, ἐπολιόρκησαν τὸ Ἡγεμονικὸν Μέγαρον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, πειραθέντες μετ’ ἐμμονῆς νὰ φονεύσωσιν Ἡμᾶς καὶ τοὺς μεθ’ Ἡμῶν ἐν τῷ Μεγάρῳ, ν’ ἀνατινάξωσι τοῦτο διὰ δυναμίτιδος, διέρρηξαν τὸ δημόσιον ταμεῖον, διήρπασαν τὰ ἐν αὐτῷ δημόσια χρήματα, καὶ τοσαῦτα ἄλλα ἀνήκουστα καὶ φρικωδέστατα ἀδικήματα διέπραξαν.
Τὶς ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι οἱ μὴ δειλιάσαντες νὰ διαπράξωσι τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα, δὲν διέπραξαν καὶ τὰς βεβηλώσεις, περὶ ὧν ἀναφέρει τὸ προλεχθὲν ἔγγραφον τῆς ὑμετέρας Σεβασμιότητος, ἐὰν πράγματι τοιαῦται ἐγένοντο;
Ὅπως ποτ’ ἄν ᾖ ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν βεβαιοῖ Ἡμᾶς ὅτι οὐδὲν περὶ τοιούτων ἀδικημάτων ἀναφέρεται ἐν ταῖς σχετικαῖς ἀνακριτικαῖς ἐκθέσεσι, καθὰ ἀνωτέρω εἴπομεν.
Δέξασθε, Σεβασμιώτατε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς πρὸς τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα ἐξαιρέτου ὑπολήψεως Ἡμῶν.
Στην απάντηση επισυνάπτεται και η πιστοποίηση του Εισαγγελέα Εφετών [4]
Επί τῆς ὑπ’ αριθ. 2660 ἐπισημειωτικῆς Διαταγῆς
ἀριθ. Πρωτ. 463
Ἐν Λιμένι Βαθέος τῇ 25 Αὑγούστου 1908
Ὑψηλότατε,
Εὐσεβάστως ἀναφέρω πρὸς τὴν Ὑμετέραν Ὑψηλότητα ὅτι ἐν ταῖς ἀνακριτικαῖς ἐκθέσεσι ταῖς ἀποτελούσαις ἤδη φάκελλον ἐκ 2.000 περίπου σελίδων ταῖς ἀφορώσαις εἰς τὰ κατὰ τὴν 12 Μαΐου καὶ ἐφεξῆς διαπραχθέντα ἐνταῦθα τε καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Νήσου ἀδικήματα καὶ ταῖς ὑποβληθείσαις ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κρίσιν τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων Ἐφετείου τε καὶ Πλημμελειοδικείου οὑδὲν περὶ βεβηλώσεως ἐρημώσεως ἤ διαρπαγῆς Ναῶν ἀπήντησα καίτοι ἐπισταμένως ταύτας ἐμελέτησα.
Ο Μητροπολίτης διαπίστωσε βανδαλισμούς και λεηλασίες εκκλησιών και εξωκκλησίων που είχε επισκεφθεί και προέβη στην καταγγελία του. Η απάντηση του Ηγεμόνα, έστω και αν στηρίχθηκε στο έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών, στο οποίο κατηγορηματικά διατυπώνεται ότι ουδέν περί βεβηλώσεως ή διαρπαγής αναφέρθηκε στις ανακρίσεις, είναι αντιφατική. Από τη μια απορρίπτει την καταγγελία του Μητροπολίτη με το αιτιολογικό ότι δεν αναφέρθηκαν αδικήματα, βεβηλώσεις και διαρπαγές, και από την άλλη αποδέχεται το γεγονός των βεβηλώσεων, αλλά, αν όντως έγινε, ότι έγινε από τους εξεγερμένους Σαμιώτες, οπαδούς του Σοφούλη, εναντίον του Ηγεμόνα και των δυνάμεων του οθωμανικού στρατού που είχαν καταλάβει την πόλη. Δυστυχώς για τη Σάμο και τον ίδιο τον Ανδρέα Κοπάση, σ’ αυτή τη λογική της διαστροφής της αλήθειας στηρίχθηκε και η μετέπειτα πολιτεία του μέχρι τον θάνατό του το Μάρτιο του 1912. Η Ιστορία δεν τον δικαίωσε. Κατέλιπε μνήμη αρνητική, παρά τα φιλεργατικά μέτρα που έλαβε. Αντίθετα, δικαιώθηκε ο εκτελεστής του Σταύρος Μπαρέτης, ως τυραννοκτόνος.
Σάμος, 6-5-2026
Χ. Λάνδρος
[1] Ιωάννης δ. Βακιρτζής, Ιστορία της Ηγεμονίας Σάμου 1834-1912, ΓΑΚ Σάμου, Αθήνα 2005, σ. 493-525
[2] Για τα γεγονότα του 1908 βλ. και Γ. Αγγελινάρας, «Το επαναστατικό κίνημα του 1908 στη Σάμο», Σαμιακές Μελέτες, τόμ. 6, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 2003, σ. 103-118
[3] Αρχείο ΗΔΓ, 5/1 1908, έγγρ. 110
[4] ΗΔΓ, 5/1 έγγρ. 110β
Υψηλότατε
Κατὰ τὰ λυπηρὰ γεγονότα τῆς 12 Μαΐου ἐ.ἔ. διεπράχθησαν ὑπὸ χειρῶν ἀνοσίων σοβαραὶ ἁρπαγαὶ καὶ βεβηλώσεις ἐν τῷ παρὰ τῷ ὀθωμ. στρατῶνι ἱερῷ ναῷ τοῦ Νεκροταφείου «ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος».
Τὰς διαρπαγὰς καὶ βεβηλώσεις ταύτας μετὰ δικαίου ψυχικοῦ ἄλγους ἐξήγγειλα τότε ἀμέσως διὰ ζώσης φωνῆς τῇ Ὑμετ. Ὑψηλότητι, ἐπεφυλαξάμην δὲ διὰ τὸ ὅλως ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων καὶ τὸ ἐκτάκτως κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον πολυάσχολον Αὐτῆς, ν’ ἀναφέρω ταύτας καὶ ἐγγράφως, παρακαλῶν ὅπως διαταχθῶσιν ἁρμοδίως αἱ δέουσαι καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτροχιάσεων τούτων ἀνακρίσεις καὶ ἐφαρμοσθῶσιν ἀναλόγως τὰ τοῦ Νόμου.
Ἡ κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἱεροῦ ναοῦ τολμηθεῖσα βέβηλος ἐπιδρομὴ καὶ ἡ ταύτην ἐπακολουθήσασα τότε ἐρήμωσις αὐτοῦ, εἶνε ἀνώτερα περιγραφῆς, Ὑψηλότατε.
Πολυελαίους, κανδήλας, κηροπήγια, ἱερὰ βιβλία καὶ εἴτι ἕτερον ἐκ τῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ διακόσμου καὶ τῆς ἐν τῷ ναῷ χρήσεως, τὰ πάντα εὗρον, κατὰ τὴν ἐπίσκεψίν μου, κατεστραμμένα καὶ διεσκορπισμένα εἰς τεμάχια ἐδῶ καὶ ἐκεῖ.
Ἐκ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἄλλαι μὲν εὑρέθησαν κατατετμημέναι καὶ ἐρριμμέναι εἰς τὰς γειτονικὰς ὁδοὺς καὶ ἄλλαι ἐκτετοπισμέναι καὶ ἐφθαρμέναι τὰς ὄψεις μὲ αἰχμηρὰ καὶ ὀξύτατα σιδηρᾶ ὄργανα.
Τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ αἱ ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων ἀργυραῖ πλάκες, ἅπαντα ἦσαν ἀνοσίως ἀφῃρημένα. Ἐκ τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Βήματι οὐδὲν δυστυχῶς διέφυγε τὰς ἱεροσύλους τῶν βεβηλωτῶν χεῖρας. Αἱ Ἅγιαι Τράπεζαι καὶ τῶν τριῶν ὑποστάσεων μετὰ τῶν στηριγμάτων αὐτῶν (κιόνων) ἦσαν μεταβεβλημέναι εἰς σωρὸν ἐρειπίων∙ ὁ δὲ συνήθως εἰς τὸ ἐξιδιασμένον μέρος διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἑτοιμοθανάτων χριστιανῶν φυλασσόμενος Ἅγιος Ἄρτος, ἐπιμελῶς ζητηθεὶς, οὐδαμοῦ ἀνευρέθη.
Εἰς ἐξωκκλήσια τῆς περιφερείας Βαθέος ἡ βεβήλωσις ἐγένετο κατὰ τρόπον μὴ δυνάμενον κυριολεκτικῶς νὰ περιγραφῇ.
Διὰ τὰς θρασείας ταύτας βεβηλώσεις τῶν ἱερῶν ἡμῶν οἴκων, ἡ Μητρόπολις βαθύτατα θλιβομένη, διὰ χρηστῆς πάντοτε ἐλπίδος ἔχει ὅτι ἡ Ὑμετ. Εὐσεβαστάτη Ὑψηλότης, ἡ τόσον διὰ τὴν θεοσέβειάν της καὶ τὴν πρὸς τὴν ἱερὰν θρησκείαν τῶν πατέρων ἡμῶν εὐλαβῆ ἀφοσίωσίν Της διακρινομένη, θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐνεργήσῃ εὐσεβοφρόνως τὸ δέον, ἀνακαλύπτουσα τοὺς δράστας τῶν ἀνοσιουργημάτων τούτων καὶ ζητοῦσα, ὅθεν ἀνήκει, τὴν ἐφαρμογὴν τῶν τοῦ Νομου.
Εὐελπιζόμενος ὅτι ἐγκαίρως θὰ ἴδω ἀπονεμομένην τῷ χριστεπωνύμῳ πληρώματι καὶ τῇ Ἱερᾷ Μητροπόλει δικαιοσύνην διὰ τὴν προσγενομένην ταύτην ἀδικίαν εἰς τὸν ἐν λόγῳ ἱερὸν ναὸν καὶ ὅτι ἡ Ὑμετ. εὐσεβ.Ὑψηλότης ἀγαθυνθήσεται νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν σχετικῶν ἐνεργειῶν Της,
Διατελῶ μετ’ ἐξαιρέτου ὑπολήψεως
Ἐν Λ. Βαθέος Αὐγούστου 10 1908
Τῆς Ὑμετ. σεβ. Ὑψηλότητος
Διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης
ὁ Σάμου Κωνσταντῖνος
Τῇ Αὐτοῦ Ὑψηλότητι τῷ σεβ. Ἡγεμόνι της Σάμου
Κυρ[ίῳ] Ἀνδρέᾳ Ἐμμ. Κοπάσῃ
Ἐνταῦθα
Σε λίγες μέρες ο Ανδρέας Κοπάσης απάντησε στον Μητροπολίτη χρησιμοποιώντας και την πιστοποίηση του εισαγγελέα των Εφετών.
Η απάντηση του Ηγεμόνα
Ἐν Λιμ. Βαθέος τὴν 26 Αὐγούστου 1908
Πρὸς
Τὴν Α. Σεβασμιότητα
τὸν Ἅγιον Σάμου κύριον Κωνσταντῖνον
Σεβασμιώτατε,
Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθ.. 309 καὶ χρονολογίαν 10 τρέχοντος ἔγγραφον Αὐτῆς παρεπέμφθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν, ἥτις ἀνέφερεν Ἡμῖν ὅτι ἐν ταῖς ἀνακριτικαῖς ἐκθέσεσι ταῖς ἀποτελούσαις ἤδη φάκελλον ἐκ 2.000 περίπου σελίδων, ταῖς ἀφορώσαις εἰς τὰ κατὰ τὴν 12 Μαΐου ἐ.ἔ. καὶ ἐφεξῆς διαπραχθέντα ἐνταῦθα τε καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Νήσου ἀδικήματα καὶ ταῖς ὑποβληθείσαις ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κρίσιν τῶν δικαστικῶν συμβουλίων Ἐφετείου τε καὶ Πλημμελειοδικείου, οὐδὲν περὶ βεβηλώσεως, ἐρημώσεως ἤ διαρπαγῆς ναῶν ἀνευρέθη, καίτοι ἐπισταμένως ταύτας ἐμελέτησεν, ὡς λέγει, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν. Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας φρικώδη διεπράχθησαν ἐγκλήματα, ὡς τοῦτο γνωστὸν τυγχάνει τοῖς πᾶσιν. Οἱ πασίγνωστοι ἐκεῖνοι ἐγκληματίαι προέβησαν εἰς δολοφονικὴν ἐπίθεσιν καθ’ Ἡμῶν, ἐπυροβόλησαν ἀναιτίως κατὰ τοῦ τακτικοῦ, ἐφόνευσαν πολλοὺς ἄνδρας αὐτοῦ, ἠκρωτηρίασαν καὶ κατακρεούργησαν ἀπανθρώπως τοὺς αἰχμαλωτισθέντας ἀόπλους στρατιώτας, ἐπολιόρκησαν τὸ Ἡγεμονικὸν Μέγαρον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, πειραθέντες μετ’ ἐμμονῆς νὰ φονεύσωσιν Ἡμᾶς καὶ τοὺς μεθ’ Ἡμῶν ἐν τῷ Μεγάρῳ, ν’ ἀνατινάξωσι τοῦτο διὰ δυναμίτιδος, διέρρηξαν τὸ δημόσιον ταμεῖον, διήρπασαν τὰ ἐν αὐτῷ δημόσια χρήματα, καὶ τοσαῦτα ἄλλα ἀνήκουστα καὶ φρικωδέστατα ἀδικήματα διέπραξαν.
Τὶς ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι οἱ μὴ δειλιάσαντες νὰ διαπράξωσι τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα, δὲν διέπραξαν καὶ τὰς βεβηλώσεις, περὶ ὧν ἀναφέρει τὸ προλεχθὲν ἔγγραφον τῆς ὑμετέρας Σεβασμιότητος, ἐὰν πράγματι τοιαῦται ἐγένοντο;
Ὅπως ποτ’ ἄν ᾖ ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν βεβαιοῖ Ἡμᾶς ὅτι οὐδὲν περὶ τοιούτων ἀδικημάτων ἀναφέρεται ἐν ταῖς σχετικαῖς ἀνακριτικαῖς ἐκθέσεσι, καθὰ ἀνωτέρω εἴπομεν.
Δέξασθε, Σεβασμιώτατε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς πρὸς τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα ἐξαιρέτου ὑπολήψεως Ἡμῶν.
Ἀ. Ἐ. Κοπάσης
Στην απάντηση επισυνάπτεται και η πιστοποίηση του Εισαγγελέα Εφετών [4]
Προς την Α. Υψηλότητα
τον Σ. Ηγεμόνα της Σάμου
κτλ. κτλ. κτλ.
Επί τῆς ὑπ’ αριθ. 2660 ἐπισημειωτικῆς Διαταγῆς
ἀριθ. Πρωτ. 463
Ἐν Λιμένι Βαθέος τῇ 25 Αὑγούστου 1908
Ὑψηλότατε,
Εὐσεβάστως ἀναφέρω πρὸς τὴν Ὑμετέραν Ὑψηλότητα ὅτι ἐν ταῖς ἀνακριτικαῖς ἐκθέσεσι ταῖς ἀποτελούσαις ἤδη φάκελλον ἐκ 2.000 περίπου σελίδων ταῖς ἀφορώσαις εἰς τὰ κατὰ τὴν 12 Μαΐου καὶ ἐφεξῆς διαπραχθέντα ἐνταῦθα τε καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Νήσου ἀδικήματα καὶ ταῖς ὑποβληθείσαις ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κρίσιν τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων Ἐφετείου τε καὶ Πλημμελειοδικείου οὑδὲν περὶ βεβηλώσεως ἐρημώσεως ἤ διαρπαγῆς Ναῶν ἀπήντησα καίτοι ἐπισταμένως ταύτας ἐμελέτησα.
Ὑποσημειοῦμαι μετὰ σεβασμοῦ
Ξενοκράτης Α. Ιορδανίδης
Ο Μητροπολίτης διαπίστωσε βανδαλισμούς και λεηλασίες εκκλησιών και εξωκκλησίων που είχε επισκεφθεί και προέβη στην καταγγελία του. Η απάντηση του Ηγεμόνα, έστω και αν στηρίχθηκε στο έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών, στο οποίο κατηγορηματικά διατυπώνεται ότι ουδέν περί βεβηλώσεως ή διαρπαγής αναφέρθηκε στις ανακρίσεις, είναι αντιφατική. Από τη μια απορρίπτει την καταγγελία του Μητροπολίτη με το αιτιολογικό ότι δεν αναφέρθηκαν αδικήματα, βεβηλώσεις και διαρπαγές, και από την άλλη αποδέχεται το γεγονός των βεβηλώσεων, αλλά, αν όντως έγινε, ότι έγινε από τους εξεγερμένους Σαμιώτες, οπαδούς του Σοφούλη, εναντίον του Ηγεμόνα και των δυνάμεων του οθωμανικού στρατού που είχαν καταλάβει την πόλη. Δυστυχώς για τη Σάμο και τον ίδιο τον Ανδρέα Κοπάση, σ’ αυτή τη λογική της διαστροφής της αλήθειας στηρίχθηκε και η μετέπειτα πολιτεία του μέχρι τον θάνατό του το Μάρτιο του 1912. Η Ιστορία δεν τον δικαίωσε. Κατέλιπε μνήμη αρνητική, παρά τα φιλεργατικά μέτρα που έλαβε. Αντίθετα, δικαιώθηκε ο εκτελεστής του Σταύρος Μπαρέτης, ως τυραννοκτόνος.
Σάμος, 6-5-2026
Χ. Λάνδρος
[1] Ιωάννης δ. Βακιρτζής, Ιστορία της Ηγεμονίας Σάμου 1834-1912, ΓΑΚ Σάμου, Αθήνα 2005, σ. 493-525
[2] Για τα γεγονότα του 1908 βλ. και Γ. Αγγελινάρας, «Το επαναστατικό κίνημα του 1908 στη Σάμο», Σαμιακές Μελέτες, τόμ. 6, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 2003, σ. 103-118
[3] Αρχείο ΗΔΓ, 5/1 1908, έγγρ. 110
[4] ΗΔΓ, 5/1 έγγρ. 110β
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου